ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΤΙΜΗ
Ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μας, του χαρακτήρα μου, της πορείας μου και όλων αυτών των πραγμάτων που αγάπησα, δημιουργήθηκε στη Δίβρη.
Έτσι θεωρώ, τουλάχιστον, την περίοδο αυτή των παιδικών μας χρόνων. Τα υπέροχα αυτά χρόνια τα οφείλω σε έναν υπέροχο άνθρωπο, που εκτίμησα λίγο αργά, συνειδητοποιώντας το μεγαλείο της προσφοράς του, τον πατέρα μου. Αυτός ο άνθρωπος, μέσα από τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισε στη ζωή του, κατόρθωσε να μας προσφέρει ότι πιο όμορφο μπορούσε την εποχή εκείνη.
Την διαμονή μας στο χωριό που γεννήθηκε και τόπο της καταγωγής μας.
Την υπέρτατη αγάπη για τη φύση, για τα βουνά, τη παράδοση και μέσα από τη Δίβρη, που είναι η πραγματική μου πατρίδα, την αγάπη για τα ελληνικά χωριά. Από κει μέσα ξεπήδησαν γενιές που έδωσαν τη ψυχή τους, για να φτιάξουν αυτό που λέγεται Ελλάδα.
Η Δίβρη μου έδωσε ότι πιο όμορφο, την αγάπη και το πάθος μου για τα βουνά και ο πατέρας μου την Δίβρη. Τα χρόνια της Δίβρης διαμόρφωσαν τον παιδικό και μελλοντικό αναπτυσσόμενο χαρακτήρα μου.

Η ΑΝΑΜΟΝΗ Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να μεταφέρει σ'ένα γραπτό, συναισθήματα, μυρωδιές, στιγμές, κελαηδήματα, άλογα, αντίλαλους του χωριού, όλα ένα κουβάρι μέσα στο μυαλό, μπλεγμένο τόσο πολύ που δεν ξεμπλέκει με τίποτα, όπως η παιδική αναμονή. Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στη Αθήνα, το 1956 νομίζω, οκτώ χρονών εγώ και έξι ο Γιώργος, περιμένοντας τον πατέρα μας, όπως κάθε μεσημέρι. Τα βήματα του στη σκάλα και το άνοιγμα της πόρτας ακολουθεί το τρέξιμο για να δούμε τι έχει στα χέρια του για μας και να πέσουμε στην αγκαλιά του.
Όμως εκείνη την ημέρα έφερνε ένα πιο μεγάλο δώρο, μας είπε ότι θα φεύγαμε για τη Δίβρη ! Τα χοροπηδητά χαράς είχαν σαν αποτέλεσμα το χτύπημα του κεφαλιού μου με το αίμα να τρέχει. Ήταν τόσο μεγάλη η χαρά.
_________________________
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ Την επόμενη φορτώσαμε το αυτοκίνητο τύπου jeep, ένα βαρύ εγγλέζικο Standard Vanguard Estate, που το χρησιμοποιούσε ο πατέρας μας στη δουλειά του. Φορτώσαμε τα πράγματα και εμείς μπήκαμε στο πορτπαγκάζ όπως μας άρεσε. Καθόμαστε κάτω σταυροπόδι και απολαμβάναμε το ταξίδι από τα πίσω παράθυρα.
Το ταξίδι διαρκούσε οκτώ με δέκα ώρες μέσω Πάτρας, Πύργου, και του δάσους Φολόης. Ο δρόμος ήταν ο σημερινός παλιός παραλιακός δρόμος Αθήνας, Κορίνθου, Πατρών, Πύργου. Η διαδρομή περιπετειώδεις, θυμάμαι, με υπερθέρμανση της μηχανής, εκτόξευση νερού από το ψυγείο του αυτοκινήτου, στην ανηφορική διαδρομή Πύργου προς το οροπέδιο του δάσους της Φολόης.
Η εικόνα του δάσους της Φολόης ή ''Κάπελης'' όπως συνηθίζεται να τη λένε, είναι βαθιά χαραγμένη στο μυαλό. Είναι το μεγαλύτερο δρυοδάσος στην Ελλάδα με θεόρατα δέντρα. Όπως μας είχε αφηγηθεί ο πατέρας μας, προπολεμικά, όταν περνούσε μικρό παιδί μέσα στο δάσος, καβάλα στο μουλάρι για να πάει στη Πάτρα, συναντούσε λύκους. Όταν πλησιάζαμε στη τελευταία στροφή και στο αντίκρυσμα της Δίβρης η χαρά ήταν απερίγραπτη. Σαν να συναντούσαμε ένα παραμυθένιο κόσμο,κάτι το απερίγραπτο για τα παιδικά μας όνειρα.
Άνοιγε μπροστά μας ένα παραμυθένιο χωριό περιτριγυρισμένο από δάση έλατου, χαράδρες καταπράσινες, πολλές πηγές και επτά συνοικίες, βγαλμένο μέσα από μια παιδική φαντασία. Γεμάτο από ζώα, δρομάκια, μονοπάτια, αυλάκια, βρύσες, κουδούνια, πέτρινα σπίτια χωρίς ηλεκτρικό, περιβόλια πλημμυρισμένα στο νερό κ.α. εντυπωσιακά πράγματα για την ηλικία μας. Έμειναν μεγαλειώδη μέχρι σήμερα και για πάντα.
_______________________________________
ΟΙ ΛΑΖΑΡΑΔΕΣ και η ΡΑΧΗ
Ήταν μεγάλος δήμος και κέντρο όλης της ορεινής αυτής περιοχής της Ηλείας. Είχε παλαιότερα, από ότι λένε περίπου 2000 κατοίκους. Τα πρώτα καλοκαίρια μείναμε στο μοναδικό ξενοδοχείο που υπήρχε, του Κοσμόπουλου. Είχε φτιάξει και το μοναδικό στην Ελλάδα τότε, υδροηλεκτρικό έργο στο ποτάμι κάτω από την αγορά και έδινε ηλεκτρικό στο κέντρο του χωριού. Μάλιστα τον θυμάμαι που κάθε βράδυ τραβούσε το μοχλό που με τη σειρά του τέντωνε ένα συρματόσχοινο για να λειτουργήσει ο μηχανισμός. Ο μοχλός ήταν τοποθετημένος πάνω στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου για να μην αναγκάζεται να κατεβαίνει στο ποτάμι.
Τα άλλα χρόνια μέναμε σε σπίτι πάνω στη συνοικία Λαζαράδες στη Ράχη. Αυτό το όνομα και η συγκεκριμένη τοποθεσία περιλαμβάνει τις πιο έντονες αναμνήσεις μας. Ήταν πάνω σ'ένα λόφο και έβλεπες όλο το χωριό και τη γύρω περιοχή.
Στη Ράχη ανέβηκα μετά από είκοσι χρόνια και ξαναπερπάτησα στο λιβαδάκι και στα βράχια που παίζαμε μικροί και μας φάνταζε το ωραιότερο πεδίο παιχνιδιού. Δεν θα το άλλαζα με τίποτε, ούτε με το ακριβότερο παιχνίδι που μπορούσες να αποκτήσεις εκείνα τα χρόνια.
Στο σπίτι της κυρα-Χρυσαντίνας, που μέναμε, πέτρινο χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα όπως όλο το χωριό, εκτός από κάποια μαγαζιά στη αγορά, με μπαλκόνι-χαγιάτι που αγνάντευες όλο το χωριό και τα απέναντι βουνά. Τα βράδια ανάβαμε τις λάμπες πετρελαίου με το χαρακτηριστικό φως και μυρωδιά. Ακόμα και τα φαγητά είχαν άλλη γεύση φτιαγμένα στη γκαζιέρα ή στο ξυλόφουρνο. Το κατσικίσιο γάλα ήταν το ''νέκταρ'' που σε συνδυασμό με το ζυμωτό ψωμί που έψηνε στο φούρνο με τα κάρβουνα η κυρα-Χρυσαντίνα, αποτελούσε τη πρώτη χαρά της ημέρας.
Μετά ακολουθούσε η ηρωική έξοδος προς τα λιβάδια, τις βρύσες, τα αυλάκια, το σκαρφάλωμα στις καρυδιές, η καβάλα στα γαϊδουράκια και τα μουλάρια, άλλη υπέρτατη χαρά και ευτυχία ! Είναι περίεργο πως όλες οι μυρωδιές μένουν και μας ακολουθούν για πάντα. Κάθε μυρωδιά και μια ανάμνηση. Οι πιο έντονες οι μυρωδιές του διόσμου και της ψευτορίγανης (φλισκούνι), που όταν τις πατούσες έπεφταν πάνω στα παιδικά μας παιχνίδια όπως η ρίγανη στη ντομάτα.
Το σκαρφάλωμα πάνω στα βράχια και το τρέξιμο πάνω στο γρασίδι των λιβαδιών έμεινε μια συνήθεια που με τη σειρά της στα επόμενα χρόνια, έγινε δεύτερη φύση, ανάσα και τρόπος ζωής, ατέλειωτο πάθος που ελπίζεις να σε ακολουθεί για πάντα. Ακούμπαγα τα βράχια και βρισκόμουνα σε άλλους κόσμους, σ'άλλη γη σ'άλλα μέρη.
Τα απογεύματα καθισμένοι με το Γιώργο στα βράχια της Ράχης, άκουγες σαν αντίλαλο τα κουδούνια των κοπαδιών από τις απέναντι πλαγιές, που γύριζαν στα μαντριά. Ήταν χιλιάδες τα πρόβατα εκείνα τα χρόνια. Όλη η Ελλάδα ζούσε από τα προϊόντα τους.
Οι καμπανούλες των εκκλησιών χτυπούσαν και αντιλαλούσαν μαζί με τα κουδούνια των προβάτων (τροκάνια) μέσα στις ρεματιές σαν μια κλασσική ορχήστρα.
Τα ποτιστικά αυλάκια με το ατέλειωτο τρεχούμενο νερό, αποτελούσαν παιχνίδι εκείνων των χρόνων της αθωότητας. Αυτοσχέδια καραβάκια έφευγαν μαζί με το νερό. Μετά από χρόνια θύμωσα πολύ με τους ντόπιους που σκέπασαν εκείνα τα αυλάκια και τις παιδικές αναμνήσεις.
Είμαστε ο μοναδικός λαός πάνω στη γη που θάβει τα αυλάκια και τα ποτάμια του και μαζί το περιβάλλον του και τον εαυτό του. Και μ'αυτή τη σκέψη έφυγα. Μήπως και πολλά άλλα όμορφα δεν χάθηκαν μέσα στην ευμάρεια που μας έχει τυφλώσει και δεν ξέρουμε που πατάμε και που βρισκόμαστε.
Η βρύση της ράχης ήταν η αφετηρία ''το όνειρο''.
Μια τετράγωνη πέτρινη βρύση με μεγάλη ποσότητα νερού που έβγαινε από πέτρινους σκαλιστούς ''καντάλους''.
Η βρύση των παιχνιδιών και της αναμονής της άφιξης μουλαριών και γαϊδουριών με τα αφεντικά τους. Ήταν φορτωμένα με τις λεγόμενες τσότρες, ξύλινα δοχεία που τα γέμιζαν νερό για τα σπίτια. Τα σπίτια δεν είχαν νερό με σωλήνες. Παρακαλούσαμε λοιπόν τους συνοδούς ν'ανέβουμε καβάλα στα ζώα και να πάμε λίγο πιο κάτω έτσι για ν'απολαύσουμε την υπέρτατη ευτυχία της γαϊδουροκαβαλαρίας. Όλοι μας έκαναν το χατήρι και αυτό γινόταν κάθε μέρα.
Τα απογεύματα στις βρύσες με τη μάνα μας να μας κυνηγάει να φάμε φέτες ψωμί αλοιμμένες με βούτυρο και ζάχαρη. Δεν ξεχνιούνται εκείνα τα μοναδικά φαγητά του χωριού, όπως ο τραχανάς, τα τηγανιτά πραγματικά αυγά, τα κοτόπουλα, τα ψητά καλαμπόκια, τα φασολάκια από τα φανταστικά περιβόλια που ποτίζονταν με αυλάκια, τα άσπρα άγουρα καρύδια που κατεβάζαμε από τις καρυδιές και τις φωνές της μάνας γιατί βάφαμε τα πουκάμισα με τα καρύδια.
_____________________________
Η ΑΓΟΡΑ
Όταν φθάναμε στην αγορά της Δίβρης από την Αθήνα, μας περίμενε ένα μικρό καραβάνι από μουλάρια για να ανηφορίσουμε στη Ράχη. Φυσικά μέσα από μονοπάτι γιατί δρόμοι δεν υπήρχαν.
Στο αντίκρυσμα των ζώων νόμιζα ότι θα πήγαινα τουλάχιστον σ'ένα παράδεισο με τη μορφή που ταίριαζε σ΄ένα παιδί που του χάρισαν το σύμπαν. Η καβάλα στο σαμάρι ήταν το όχημα της ευτυχίας, ακόμη και το κράτημα της τριχιάς (σχοινί) ήταν μεγαλειώδες και καμάρωνα παρακολουθώντας τις κινήσεις του ζώου. Η αγορά, δηλαδή το κέντρο του χωριού, είχε απ'όλα γιατί ήταν μεγάλος δήμος της περιοχής. Μαγαζιά, καφενεία, αστυνομία, ειρηνοδικείο, ΟΤΕ, ταχυδρομείο, σε κτίρια πέτρινα με ξύλινα μπαλκόνια, έργα λαϊκής τέχνης. Τα καφενεία γεμάτα με κόσμο, με ξύλινα πατώματα, με καρέκλες ψάθινες με την κουζίνα τους στον ίδιο χώρο, να χωρίζεται με ξύλινο διαχωριστικό πάγκο, με μικρή τζαμαρία πάνω του, γεμάτη γυάλινα βάζα με καραμέλες, καφέδες, τσίχλες, μπισκότα. Στη μέση υπήρχε η μαντεμένια ξυλόσομπα και όλος ο χώρος μύριζε ξύλο, τσιγαρίλα και καφέ.
Θυμάμαι ένα μαγαζί με όλα τα είδη για τα ζώα, που μαζί με την εξαφάνιση των ζώων εξαφανίστηκε κι' αυτό. Σαμάρια, γκέμια, χάντρες, κουδούνια, πέταλα, τριχιές (σχοινιά από κανάβι), λουριά δερμάτινα, ταγάρια (τσάντες) από ύφασμα του αργαλειού, που το κρεμούσαν στο κεφάλι του αλόγου για να τρώει. Είχε μια ιδιαίτερη μυρωδιά αυτό το μαγαζί. Σήμερα τα είδη του βρίσκονται σε μικρά τοπικά λαογραφικά μουσεία, που οι δημιουργοί τους κατάφεραν να σώσουν. Όπως όλα τα είδη κουζίνας, τσότρες, χάλκινα κανάτια, ταψιά, κατσαρόλες.
Τα ''παντοπωλεία'' όπως έγραφαν απ' έξω, είχαν κυριολεκτικά τα πάντα, από παπούτσια, λάμπες πετρελαίου, γκλίτσες, φακούς, κουδούνια για ζώα, είδη κουζίνας,σκοινιά, παιδικά ρούχα με τιράντες, μέχρι σακιά με όσπρια, ζάχαρη, καφέδες, κονσέρβες, βρώμη για τα άλογα, στάρι, ζυμαρικά και ότι μπορούσες να φανταστείς.
Όλα τα σπίτια είχαν τα περιβολάκια τους, που εξαφανίστηκαν και αυτά μέσα στη θύελλα της μαζικής ευμάρειας. Ήταν μέρος ενός πίνακα ζωγραφικής με απέραντη καλλιτεχνική αλλά μηδενική χρηματική αξία. Είχαν κι'αυτά μια απέραντη ομορφιά και χρησιμότητα μαζί. Μύριζαν μια ιδιαίτερη μυρωδιά. Έδιναν τις υπέροχες αρωματικές ντομάτες, τα φασολάκια, τα κολοκύθια, τα μαρούλια, όλα αληθινά με γεύση μοναδική, με σπόρους που φύλαγαν από τη προηγούμενη χρονιά. Χωρίς φάρμακα, ποτισμένα με αυλάκια που άνοιγαν με τη τσάπα από τα τρεχούμενα νερά των πηγών.
Όλες τις εργασίες περιποίησης και ποτίσματος τις παρακολουθούσα και καμιά φορά συμμετείχαμε στο σκάλισμα των αυλακιών. Ήταν πολύ εντυπωσιακό να βλέπεις το νερό να γεμίζει σιγά σιγά τα αυλάκια και το χώμα να μυρίζει. Οι περιβολάρηδες ιδιοκτήτες τους, προοδευτικά, κατάντησαν θυρωροί στις απίστευτες ελληνικές πολυκατοικίες των ψεύτικων ονείρων, τρώγοντας πλαστικές ντομάτες, λαχανικά χωρίς γεύση και πατάτες από την Αφρική. Εκεί μέσα σε ανήλιαγα υπόγεια πέθαναν δυστυχισμένοι χάνοντας τη ψυχή τους, το είναι τους, γιατί παρασύρθηκαν από το ψεύτικο όνειρο της πόλης, της χειρότερης ανακάλυψης του ανθρώπου.
ΟΙ ΧΥΛΟΠΙΤΕΣ
Ένα άλλο μεγάλο γεγονός κάθε καλοκαιριού, ήταν η παρασκευή χυλοπίτας. Μαζεύονταν 2-3 γυναίκες μαζί με την μάνα μας, στο σπίτι της κυρα Χρυσαντίνας και συγκέντρωναν τα απαραίτητα υλικά, δηλαδή γάλα, αυγά, αλεύρι , σκάφες ξύλινες και σεντόνια καθαρά. Ήταν ιεροτελεστία , για τα παιδικά μας μάτια, όλη η διαδικασία. Όση ποσότητα έφτιαχναν τη μοιράζονταν μεταξύ τους για τον επόμενο χειμώνα. Έφτιαχναν ζυμάρι με αυτά τα αγνά ντόπια υλικά και μύριζε το σπίτι ολόκληρο. Άπλωναν φύλλο πάνω σε τραπέζια και το έκοβαν ψιλή χυλοπίτα και στη συνέχεια την άπλωναν πάνω στα άσπρα σεντόνια για να στεγνώσει.
Η μεγάλη λυχουδιά ήταν η μαλακή χιλοπίτα που τη τρώγαμε πριν ακόμη ξεραθεί. Ζυμάρι με γεύση που μεταφερόταν στο σπίτι στη Αθήνα το χειμώνα, το υλικό για τα υπέροχα εκείνα φαγητά της Κυριακής μετά την εκκλησία. Ήταν έντονη η μυρωδιά της Δίβρης, όταν η μάνα μας άνοιγε το ντουλάπι για βγάλει από το βαμβακερό σακούλι χυλοπίτες. ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ
Τα πανηγύρια ήταν ένα άλλο μέρος της ευτυχισμένης παραμονής μας στη Δίβρη. Οι παιδικές αναμνήσεις αποτυπώνονται πάντα έντονα στο μυαλό μας. Ιδιαίτερα το πανηγύρι του Αγ.Παντελεήμονα, πάνω στη περιοχή του Πόντου μέσα στα έλατα, πάνω από το μοναστήρι της Δίβρης.
Η συγκέντρωση κόσμου ήταν μεγάλη. Όλοι με τα φτωχικά καλά τους ρούχα, με άσπρα πουκάμισα, αλλά λεβέντες με τα χαρακτηριστικά στριφτά μουστάκια. Ένα τέτοιο μουστάκι είχε ο θείος του πατέρα μου και αδελφός της γιαγιάς μου, άνθρωπος του 19ου αιώνα, ο μπαρμπα Ηρακλής, παλιός ταχυδρόμος των γύρω χωριών επί δεκαετίες. Περπατούσε με τα πόδια μέσα από δύσβατα μονοπάτια, ώρες ατέλειωτες με χιόνια και βροχές για να φέρει γράμματα από μετανάστες της Αμερικής της δεκαετίας του 1920. Ήταν φορτωμένος εκτός από τη ταχυδρομική του τσάντα και με ένα όπλο εμπροσθογεμές για το φόβο των ληστών και των λύκων της εποχής του μεσοπολέμου. Όταν με κρατούσε στα πόδια του, μικρό παιδί, του τράβαγα το μεγάλο του μουστάκι και γελούσε με εκείνο το πλατύ του χαμόγελο. Στα πανηγύρια ηχούσαν ακόμη τα όργανα που έπαιζαν γνήσιοι οργανοπαίχτες και αντιλαλούσαν οι ρεματιές από τα δημοτικά τραγούδια και νόμιζες ότι ήσουνα στο 1821. Τα αρνιά στις ξύλινες σούβλες, τα καζάνια με τα φαγητά, γέμιζαν με μυρωδιές το δάσος. Τα κουδούνια των εκατοντάδων μουλαριών και αλόγων έπαιζαν τη μελωδία του πανηγυριού. Θυμάμαι ότι κέρδισα μια φορά στη λοταρία ένα καρβέλι ζυμωτό ψωμί !! Τα πάντα τότε, τη δεκαετία του 1950 ήταν γνήσια με ουσία και συναίσθημα. Οι γιορτές, τα τραγούδια, τα ψωμιά, τα όργανα, τα δώρα της λοταρίας, τα γέλια και οι χαρές. Τίποτα πλαστικό και ψεύτικο, φτιασιδωμένο για τις εντυπώσεις και την επίδειξη. Οι κουβέρτες που καθόταν η γιαγιά μου και ο κόσμος κάτω στο γρασίδι ήταν φτιαγμένες στον αργαλειό πολύχρωμες από μαλλί κατσικιών. Με αυτές τις κουβέρτες σκεπαζόμασταν τα κρύα καλοκαιρινά βράδια και ήταν ασήκωτες από το βάρος τους. Έμενες ακίνητος και δεν μπορούσες να στρίψεις, αλλά όμως ζεστές.
Ένα από τα υπέροχα εκείνα καλοκαίρια, επισκεφθήκαμε το πανηγύρι των Τριπόταμων, του διπλανού χωριού. Μας πήγε ο γιατρός του χωριού με ένα απομεινάρι του πολέμου ένα jeep του αμερικάνικου στρατού, μέσα από ένα φοβερό χωματόδρομο. Ήταν ''ζωοπανήγυρις" όπως το ονόμαζαν τότε. Δηλαδή πανηγύρι που γίνονταν αγοραπωλησίες ή ανταλλαγές χιλιάδων μεταφορικών ζώων και εμπορευμάτων κάθε είδους.
Έβλεπες χιλιάδες ανθρώπους, μουλάρια,, γαϊδούρια, κάρα, ανάμεσα σε ένα σύννεφο από τσίκνα, καπνούς, σκόνη, μουσικές και βουητό από κουδούνια και φωνές. Εικόνες από άλλη εποχή. ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ
Μια άλλη χαρακτηριστική ανάμνηση των παιδικών εκείνων χρόνων, ήταν ο εκκλησιασμός της Κυριακής στην εκκλησία της Παναγίτσας στους Βασιλαίους, τη συνοικία που γεννήθηκε και σήμερα αναπαύεται για πάντα ο πατέρας και η μητέρα μας.
Μια πολύ όμορφη εκκλησία με υπέροχες αγιογραφίες και πολύ παλιά ξύλινη διακόσμηση. Η συγκέντρωση του κόσμου με τα καλά τους κουστούμια και το άσπρο κουμπωμένο πουκάμισο, χωρίς γραβάτα, σ'εκείνες τις Διβριώτικες λιακάδες, η εικόνα της γιαγιάς και του πατέρα στο προαύλιο, να μιλάνε και να μας συστήνουν με καμάρι στους συμπατριώτες τους, περνάνε σαν ταινία σε μια οθόνη.
Οι καλοκαιρινές βροχές όταν τις έβλεπες και τις μύριζες μέσα από τα πέτρινα σπίτια άφησαν ανεξίτηλες εικόνες. Έμπαινε στο ανοιχτό παράθυρο η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, της βρεγμένης καρυδιάς, του έλατου και στη συνέχεια πέρναγε από το χοντρό πέτρινο πεζούλι που καθόμουνα και έμπαινε στο δωμάτιο με το ξύλινο πάτωμα και ταβάνι, το ''γιούκο'' με τις ντανιασμένες υφαντές κουβέρτες και στη συνέχεια σαν αερικό έμπαινε βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στη παιδική μου ψυχή και πάει έμεινε για πάντα.
Όλη αυτή τη παράθεση των αναμνήσεων την ανακάτεψα λίγο, αλλά δεν έχει σημασία η σειρά. Ούτως η άλλως όλα μέσα μου είναι ανακατεμένα με μια γλυκιά γεύση, όπως τρώγαμε ένα γλυκό του κουταλιού, από καρύδι ή σύκο, που μας κερνούσαν στις επισκέψεις. Η πολύχρονη πορεία μου στα ελληνικά βουνά και στα βουνά του κόσμου είναι προέκταση αυτής της πατρικής προσφοράς. Ακόμα και η τελευταία επιθυμία του πατέρα μας, να ''ξαναγυρίσει" στο χωριό και στη συνοικία που γεννήθηκε για πάντα, μου δίνει τη χαρά, να γυρίζω ξανά στο μέρος που περάσαμε μερικά από τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας. Αυτό για να τον τιμώ, εκεί σ'αυτό το εκκλησάκι της Παναγίτσας στους Βασιλαίους, όπως του πρέπει και όπως θα ήθελε, έτσι ταπεινά με ένα κεράκι και ένα αγριολούλουδο της γης του. Σήμερα βρίσκονται εκεί, μαζί με τη μητέρα μας, σύμφωνα με την επιθυμία τους.
Ξανάσμιξαν όπως ήταν αγαπημένοι σε όλη τους τη ζωή.
Έτσι θεωρώ, τουλάχιστον, την περίοδο αυτή των παιδικών μας χρόνων. Τα υπέροχα αυτά χρόνια τα οφείλω σε έναν υπέροχο άνθρωπο, που εκτίμησα λίγο αργά, συνειδητοποιώντας το μεγαλείο της προσφοράς του, τον πατέρα μου. Αυτός ο άνθρωπος, μέσα από τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισε στη ζωή του, κατόρθωσε να μας προσφέρει ότι πιο όμορφο μπορούσε την εποχή εκείνη.
Την διαμονή μας στο χωριό που γεννήθηκε και τόπο της καταγωγής μας.
Την υπέρτατη αγάπη για τη φύση, για τα βουνά, τη παράδοση και μέσα από τη Δίβρη, που είναι η πραγματική μου πατρίδα, την αγάπη για τα ελληνικά χωριά. Από κει μέσα ξεπήδησαν γενιές που έδωσαν τη ψυχή τους, για να φτιάξουν αυτό που λέγεται Ελλάδα.
Η Δίβρη μου έδωσε ότι πιο όμορφο, την αγάπη και το πάθος μου για τα βουνά και ο πατέρας μου την Δίβρη. Τα χρόνια της Δίβρης διαμόρφωσαν τον παιδικό και μελλοντικό αναπτυσσόμενο χαρακτήρα μου.
![]() |
| Η Δίβρη |

Η ΑΝΑΜΟΝΗ Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να μεταφέρει σ'ένα γραπτό, συναισθήματα, μυρωδιές, στιγμές, κελαηδήματα, άλογα, αντίλαλους του χωριού, όλα ένα κουβάρι μέσα στο μυαλό, μπλεγμένο τόσο πολύ που δεν ξεμπλέκει με τίποτα, όπως η παιδική αναμονή. Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στη Αθήνα, το 1956 νομίζω, οκτώ χρονών εγώ και έξι ο Γιώργος, περιμένοντας τον πατέρα μας, όπως κάθε μεσημέρι. Τα βήματα του στη σκάλα και το άνοιγμα της πόρτας ακολουθεί το τρέξιμο για να δούμε τι έχει στα χέρια του για μας και να πέσουμε στην αγκαλιά του.
Όμως εκείνη την ημέρα έφερνε ένα πιο μεγάλο δώρο, μας είπε ότι θα φεύγαμε για τη Δίβρη ! Τα χοροπηδητά χαράς είχαν σαν αποτέλεσμα το χτύπημα του κεφαλιού μου με το αίμα να τρέχει. Ήταν τόσο μεγάλη η χαρά.
| 1957 Ναύπλιο. Το αυτοκίνητο μας, με το οποίο ταξιδεύαμε στη Δίβρη. Με την ξαδέρφη μας Μαίρη Παπαμιχαλοπούλου, σε εκδρομή στο Ναύπλιο. |
_________________________
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ Την επόμενη φορτώσαμε το αυτοκίνητο τύπου jeep, ένα βαρύ εγγλέζικο Standard Vanguard Estate, που το χρησιμοποιούσε ο πατέρας μας στη δουλειά του. Φορτώσαμε τα πράγματα και εμείς μπήκαμε στο πορτπαγκάζ όπως μας άρεσε. Καθόμαστε κάτω σταυροπόδι και απολαμβάναμε το ταξίδι από τα πίσω παράθυρα.
Το ταξίδι διαρκούσε οκτώ με δέκα ώρες μέσω Πάτρας, Πύργου, και του δάσους Φολόης. Ο δρόμος ήταν ο σημερινός παλιός παραλιακός δρόμος Αθήνας, Κορίνθου, Πατρών, Πύργου. Η διαδρομή περιπετειώδεις, θυμάμαι, με υπερθέρμανση της μηχανής, εκτόξευση νερού από το ψυγείο του αυτοκινήτου, στην ανηφορική διαδρομή Πύργου προς το οροπέδιο του δάσους της Φολόης.
Η εικόνα του δάσους της Φολόης ή ''Κάπελης'' όπως συνηθίζεται να τη λένε, είναι βαθιά χαραγμένη στο μυαλό. Είναι το μεγαλύτερο δρυοδάσος στην Ελλάδα με θεόρατα δέντρα. Όπως μας είχε αφηγηθεί ο πατέρας μας, προπολεμικά, όταν περνούσε μικρό παιδί μέσα στο δάσος, καβάλα στο μουλάρι για να πάει στη Πάτρα, συναντούσε λύκους. Όταν πλησιάζαμε στη τελευταία στροφή και στο αντίκρυσμα της Δίβρης η χαρά ήταν απερίγραπτη. Σαν να συναντούσαμε ένα παραμυθένιο κόσμο,κάτι το απερίγραπτο για τα παιδικά μας όνειρα.
Άνοιγε μπροστά μας ένα παραμυθένιο χωριό περιτριγυρισμένο από δάση έλατου, χαράδρες καταπράσινες, πολλές πηγές και επτά συνοικίες, βγαλμένο μέσα από μια παιδική φαντασία. Γεμάτο από ζώα, δρομάκια, μονοπάτια, αυλάκια, βρύσες, κουδούνια, πέτρινα σπίτια χωρίς ηλεκτρικό, περιβόλια πλημμυρισμένα στο νερό κ.α. εντυπωσιακά πράγματα για την ηλικία μας. Έμειναν μεγαλειώδη μέχρι σήμερα και για πάντα.
_______________________________________
ΟΙ ΛΑΖΑΡΑΔΕΣ και η ΡΑΧΗ
![]() |
| Δίβρη 1948. Στο γαϊδουράκι η Όλγα Ζώτου - Βρόντου και δεξιά της η Χαρίκλεια Ζώτου. |
| 1957. Το ξεκίνημα για την ανάβαση στη συνοικία Λαζαράδες. Πάνω στο μουλάρι η Βάσω Χαρ.Ζώτου και δεξιά η Όλγα Ζώτου |
Τα άλλα χρόνια μέναμε σε σπίτι πάνω στη συνοικία Λαζαράδες στη Ράχη. Αυτό το όνομα και η συγκεκριμένη τοποθεσία περιλαμβάνει τις πιο έντονες αναμνήσεις μας. Ήταν πάνω σ'ένα λόφο και έβλεπες όλο το χωριό και τη γύρω περιοχή.
Στη Ράχη ανέβηκα μετά από είκοσι χρόνια και ξαναπερπάτησα στο λιβαδάκι και στα βράχια που παίζαμε μικροί και μας φάνταζε το ωραιότερο πεδίο παιχνιδιού. Δεν θα το άλλαζα με τίποτε, ούτε με το ακριβότερο παιχνίδι που μπορούσες να αποκτήσεις εκείνα τα χρόνια.
| 1953. Στο εκκλησάκι της Ανάληψης πάνω στην Ράχη των Λαζαράδων. Το κέντρο των καθημερινών παιχνιδιών |
| 2016 . Στο ίδιο σημείο μετά από 63 χρόνια. |
Μετά ακολουθούσε η ηρωική έξοδος προς τα λιβάδια, τις βρύσες, τα αυλάκια, το σκαρφάλωμα στις καρυδιές, η καβάλα στα γαϊδουράκια και τα μουλάρια, άλλη υπέρτατη χαρά και ευτυχία ! Είναι περίεργο πως όλες οι μυρωδιές μένουν και μας ακολουθούν για πάντα. Κάθε μυρωδιά και μια ανάμνηση. Οι πιο έντονες οι μυρωδιές του διόσμου και της ψευτορίγανης (φλισκούνι), που όταν τις πατούσες έπεφταν πάνω στα παιδικά μας παιχνίδια όπως η ρίγανη στη ντομάτα.
Το σκαρφάλωμα πάνω στα βράχια και το τρέξιμο πάνω στο γρασίδι των λιβαδιών έμεινε μια συνήθεια που με τη σειρά της στα επόμενα χρόνια, έγινε δεύτερη φύση, ανάσα και τρόπος ζωής, ατέλειωτο πάθος που ελπίζεις να σε ακολουθεί για πάντα. Ακούμπαγα τα βράχια και βρισκόμουνα σε άλλους κόσμους, σ'άλλη γη σ'άλλα μέρη.
| 1952. Με την αδελφή του πατέρα μας Όλγα Ζώτου-Βρόντου και τον ξάδελφο μας Κώστα Βρόντο. |
Τα απογεύματα καθισμένοι με το Γιώργο στα βράχια της Ράχης, άκουγες σαν αντίλαλο τα κουδούνια των κοπαδιών από τις απέναντι πλαγιές, που γύριζαν στα μαντριά. Ήταν χιλιάδες τα πρόβατα εκείνα τα χρόνια. Όλη η Ελλάδα ζούσε από τα προϊόντα τους.
Οι καμπανούλες των εκκλησιών χτυπούσαν και αντιλαλούσαν μαζί με τα κουδούνια των προβάτων (τροκάνια) μέσα στις ρεματιές σαν μια κλασσική ορχήστρα.
Τα ποτιστικά αυλάκια με το ατέλειωτο τρεχούμενο νερό, αποτελούσαν παιχνίδι εκείνων των χρόνων της αθωότητας. Αυτοσχέδια καραβάκια έφευγαν μαζί με το νερό. Μετά από χρόνια θύμωσα πολύ με τους ντόπιους που σκέπασαν εκείνα τα αυλάκια και τις παιδικές αναμνήσεις.
Είμαστε ο μοναδικός λαός πάνω στη γη που θάβει τα αυλάκια και τα ποτάμια του και μαζί το περιβάλλον του και τον εαυτό του. Και μ'αυτή τη σκέψη έφυγα. Μήπως και πολλά άλλα όμορφα δεν χάθηκαν μέσα στην ευμάρεια που μας έχει τυφλώσει και δεν ξέρουμε που πατάμε και που βρισκόμαστε.
![]() |
| Η βρύση των Λαζαράδων κατασκευής του 1907. Η βρύση των ατέλειωτων παιδικών παιχνιδιών. |
Μια τετράγωνη πέτρινη βρύση με μεγάλη ποσότητα νερού που έβγαινε από πέτρινους σκαλιστούς ''καντάλους''.
Η βρύση των παιχνιδιών και της αναμονής της άφιξης μουλαριών και γαϊδουριών με τα αφεντικά τους. Ήταν φορτωμένα με τις λεγόμενες τσότρες, ξύλινα δοχεία που τα γέμιζαν νερό για τα σπίτια. Τα σπίτια δεν είχαν νερό με σωλήνες. Παρακαλούσαμε λοιπόν τους συνοδούς ν'ανέβουμε καβάλα στα ζώα και να πάμε λίγο πιο κάτω έτσι για ν'απολαύσουμε την υπέρτατη ευτυχία της γαϊδουροκαβαλαρίας. Όλοι μας έκαναν το χατήρι και αυτό γινόταν κάθε μέρα.
| 1955. Δίβρη |
| 1955. Με τον Γιώργο και μια φιλική οικογένεια παραθεριστών. |
| 1952. Στο ελατόδασος |
![]() | |
|
Η ΑΓΟΡΑ
Όταν φθάναμε στην αγορά της Δίβρης από την Αθήνα, μας περίμενε ένα μικρό καραβάνι από μουλάρια για να ανηφορίσουμε στη Ράχη. Φυσικά μέσα από μονοπάτι γιατί δρόμοι δεν υπήρχαν.
Στο αντίκρυσμα των ζώων νόμιζα ότι θα πήγαινα τουλάχιστον σ'ένα παράδεισο με τη μορφή που ταίριαζε σ΄ένα παιδί που του χάρισαν το σύμπαν. Η καβάλα στο σαμάρι ήταν το όχημα της ευτυχίας, ακόμη και το κράτημα της τριχιάς (σχοινί) ήταν μεγαλειώδες και καμάρωνα παρακολουθώντας τις κινήσεις του ζώου. Η αγορά, δηλαδή το κέντρο του χωριού, είχε απ'όλα γιατί ήταν μεγάλος δήμος της περιοχής. Μαγαζιά, καφενεία, αστυνομία, ειρηνοδικείο, ΟΤΕ, ταχυδρομείο, σε κτίρια πέτρινα με ξύλινα μπαλκόνια, έργα λαϊκής τέχνης. Τα καφενεία γεμάτα με κόσμο, με ξύλινα πατώματα, με καρέκλες ψάθινες με την κουζίνα τους στον ίδιο χώρο, να χωρίζεται με ξύλινο διαχωριστικό πάγκο, με μικρή τζαμαρία πάνω του, γεμάτη γυάλινα βάζα με καραμέλες, καφέδες, τσίχλες, μπισκότα. Στη μέση υπήρχε η μαντεμένια ξυλόσομπα και όλος ο χώρος μύριζε ξύλο, τσιγαρίλα και καφέ.
Θυμάμαι ένα μαγαζί με όλα τα είδη για τα ζώα, που μαζί με την εξαφάνιση των ζώων εξαφανίστηκε κι' αυτό. Σαμάρια, γκέμια, χάντρες, κουδούνια, πέταλα, τριχιές (σχοινιά από κανάβι), λουριά δερμάτινα, ταγάρια (τσάντες) από ύφασμα του αργαλειού, που το κρεμούσαν στο κεφάλι του αλόγου για να τρώει. Είχε μια ιδιαίτερη μυρωδιά αυτό το μαγαζί. Σήμερα τα είδη του βρίσκονται σε μικρά τοπικά λαογραφικά μουσεία, που οι δημιουργοί τους κατάφεραν να σώσουν. Όπως όλα τα είδη κουζίνας, τσότρες, χάλκινα κανάτια, ταψιά, κατσαρόλες.
Τα ''παντοπωλεία'' όπως έγραφαν απ' έξω, είχαν κυριολεκτικά τα πάντα, από παπούτσια, λάμπες πετρελαίου, γκλίτσες, φακούς, κουδούνια για ζώα, είδη κουζίνας,σκοινιά, παιδικά ρούχα με τιράντες, μέχρι σακιά με όσπρια, ζάχαρη, καφέδες, κονσέρβες, βρώμη για τα άλογα, στάρι, ζυμαρικά και ότι μπορούσες να φανταστείς.
Όλα τα σπίτια είχαν τα περιβολάκια τους, που εξαφανίστηκαν και αυτά μέσα στη θύελλα της μαζικής ευμάρειας. Ήταν μέρος ενός πίνακα ζωγραφικής με απέραντη καλλιτεχνική αλλά μηδενική χρηματική αξία. Είχαν κι'αυτά μια απέραντη ομορφιά και χρησιμότητα μαζί. Μύριζαν μια ιδιαίτερη μυρωδιά. Έδιναν τις υπέροχες αρωματικές ντομάτες, τα φασολάκια, τα κολοκύθια, τα μαρούλια, όλα αληθινά με γεύση μοναδική, με σπόρους που φύλαγαν από τη προηγούμενη χρονιά. Χωρίς φάρμακα, ποτισμένα με αυλάκια που άνοιγαν με τη τσάπα από τα τρεχούμενα νερά των πηγών.
Όλες τις εργασίες περιποίησης και ποτίσματος τις παρακολουθούσα και καμιά φορά συμμετείχαμε στο σκάλισμα των αυλακιών. Ήταν πολύ εντυπωσιακό να βλέπεις το νερό να γεμίζει σιγά σιγά τα αυλάκια και το χώμα να μυρίζει. Οι περιβολάρηδες ιδιοκτήτες τους, προοδευτικά, κατάντησαν θυρωροί στις απίστευτες ελληνικές πολυκατοικίες των ψεύτικων ονείρων, τρώγοντας πλαστικές ντομάτες, λαχανικά χωρίς γεύση και πατάτες από την Αφρική. Εκεί μέσα σε ανήλιαγα υπόγεια πέθαναν δυστυχισμένοι χάνοντας τη ψυχή τους, το είναι τους, γιατί παρασύρθηκαν από το ψεύτικο όνειρο της πόλης, της χειρότερης ανακάλυψης του ανθρώπου.
ΟΙ ΧΥΛΟΠΙΤΕΣ
Ένα άλλο μεγάλο γεγονός κάθε καλοκαιριού, ήταν η παρασκευή χυλοπίτας. Μαζεύονταν 2-3 γυναίκες μαζί με την μάνα μας, στο σπίτι της κυρα Χρυσαντίνας και συγκέντρωναν τα απαραίτητα υλικά, δηλαδή γάλα, αυγά, αλεύρι , σκάφες ξύλινες και σεντόνια καθαρά. Ήταν ιεροτελεστία , για τα παιδικά μας μάτια, όλη η διαδικασία. Όση ποσότητα έφτιαχναν τη μοιράζονταν μεταξύ τους για τον επόμενο χειμώνα. Έφτιαχναν ζυμάρι με αυτά τα αγνά ντόπια υλικά και μύριζε το σπίτι ολόκληρο. Άπλωναν φύλλο πάνω σε τραπέζια και το έκοβαν ψιλή χυλοπίτα και στη συνέχεια την άπλωναν πάνω στα άσπρα σεντόνια για να στεγνώσει.
Η μεγάλη λυχουδιά ήταν η μαλακή χιλοπίτα που τη τρώγαμε πριν ακόμη ξεραθεί. Ζυμάρι με γεύση που μεταφερόταν στο σπίτι στη Αθήνα το χειμώνα, το υλικό για τα υπέροχα εκείνα φαγητά της Κυριακής μετά την εκκλησία. Ήταν έντονη η μυρωδιά της Δίβρης, όταν η μάνα μας άνοιγε το ντουλάπι για βγάλει από το βαμβακερό σακούλι χυλοπίτες. ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ
| 1954. Η γιαγιά μας Κατίνα Ζώτου στο πανηγύρι στον Άγιο Παντελεήμονα στο ελατόδασος . |
Η συγκέντρωση κόσμου ήταν μεγάλη. Όλοι με τα φτωχικά καλά τους ρούχα, με άσπρα πουκάμισα, αλλά λεβέντες με τα χαρακτηριστικά στριφτά μουστάκια. Ένα τέτοιο μουστάκι είχε ο θείος του πατέρα μου και αδελφός της γιαγιάς μου, άνθρωπος του 19ου αιώνα, ο μπαρμπα Ηρακλής, παλιός ταχυδρόμος των γύρω χωριών επί δεκαετίες. Περπατούσε με τα πόδια μέσα από δύσβατα μονοπάτια, ώρες ατέλειωτες με χιόνια και βροχές για να φέρει γράμματα από μετανάστες της Αμερικής της δεκαετίας του 1920. Ήταν φορτωμένος εκτός από τη ταχυδρομική του τσάντα και με ένα όπλο εμπροσθογεμές για το φόβο των ληστών και των λύκων της εποχής του μεσοπολέμου. Όταν με κρατούσε στα πόδια του, μικρό παιδί, του τράβαγα το μεγάλο του μουστάκι και γελούσε με εκείνο το πλατύ του χαμόγελο. Στα πανηγύρια ηχούσαν ακόμη τα όργανα που έπαιζαν γνήσιοι οργανοπαίχτες και αντιλαλούσαν οι ρεματιές από τα δημοτικά τραγούδια και νόμιζες ότι ήσουνα στο 1821. Τα αρνιά στις ξύλινες σούβλες, τα καζάνια με τα φαγητά, γέμιζαν με μυρωδιές το δάσος. Τα κουδούνια των εκατοντάδων μουλαριών και αλόγων έπαιζαν τη μελωδία του πανηγυριού. Θυμάμαι ότι κέρδισα μια φορά στη λοταρία ένα καρβέλι ζυμωτό ψωμί !! Τα πάντα τότε, τη δεκαετία του 1950 ήταν γνήσια με ουσία και συναίσθημα. Οι γιορτές, τα τραγούδια, τα ψωμιά, τα όργανα, τα δώρα της λοταρίας, τα γέλια και οι χαρές. Τίποτα πλαστικό και ψεύτικο, φτιασιδωμένο για τις εντυπώσεις και την επίδειξη. Οι κουβέρτες που καθόταν η γιαγιά μου και ο κόσμος κάτω στο γρασίδι ήταν φτιαγμένες στον αργαλειό πολύχρωμες από μαλλί κατσικιών. Με αυτές τις κουβέρτες σκεπαζόμασταν τα κρύα καλοκαιρινά βράδια και ήταν ασήκωτες από το βάρος τους. Έμενες ακίνητος και δεν μπορούσες να στρίψεις, αλλά όμως ζεστές.
![]() |
| Το πανηγύρι, ''ζωοπανήγυρις" όπως το ονόμαζαν στα Τριπόταμα. |
Ένα από τα υπέροχα εκείνα καλοκαίρια, επισκεφθήκαμε το πανηγύρι των Τριπόταμων, του διπλανού χωριού. Μας πήγε ο γιατρός του χωριού με ένα απομεινάρι του πολέμου ένα jeep του αμερικάνικου στρατού, μέσα από ένα φοβερό χωματόδρομο. Ήταν ''ζωοπανήγυρις" όπως το ονόμαζαν τότε. Δηλαδή πανηγύρι που γίνονταν αγοραπωλησίες ή ανταλλαγές χιλιάδων μεταφορικών ζώων και εμπορευμάτων κάθε είδους.
Έβλεπες χιλιάδες ανθρώπους, μουλάρια,, γαϊδούρια, κάρα, ανάμεσα σε ένα σύννεφο από τσίκνα, καπνούς, σκόνη, μουσικές και βουητό από κουδούνια και φωνές. Εικόνες από άλλη εποχή. ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ
Μια άλλη χαρακτηριστική ανάμνηση των παιδικών εκείνων χρόνων, ήταν ο εκκλησιασμός της Κυριακής στην εκκλησία της Παναγίτσας στους Βασιλαίους, τη συνοικία που γεννήθηκε και σήμερα αναπαύεται για πάντα ο πατέρας και η μητέρα μας.
Μια πολύ όμορφη εκκλησία με υπέροχες αγιογραφίες και πολύ παλιά ξύλινη διακόσμηση. Η συγκέντρωση του κόσμου με τα καλά τους κουστούμια και το άσπρο κουμπωμένο πουκάμισο, χωρίς γραβάτα, σ'εκείνες τις Διβριώτικες λιακάδες, η εικόνα της γιαγιάς και του πατέρα στο προαύλιο, να μιλάνε και να μας συστήνουν με καμάρι στους συμπατριώτες τους, περνάνε σαν ταινία σε μια οθόνη.
Οι καλοκαιρινές βροχές όταν τις έβλεπες και τις μύριζες μέσα από τα πέτρινα σπίτια άφησαν ανεξίτηλες εικόνες. Έμπαινε στο ανοιχτό παράθυρο η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, της βρεγμένης καρυδιάς, του έλατου και στη συνέχεια πέρναγε από το χοντρό πέτρινο πεζούλι που καθόμουνα και έμπαινε στο δωμάτιο με το ξύλινο πάτωμα και ταβάνι, το ''γιούκο'' με τις ντανιασμένες υφαντές κουβέρτες και στη συνέχεια σαν αερικό έμπαινε βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στη παιδική μου ψυχή και πάει έμεινε για πάντα.
Όλη αυτή τη παράθεση των αναμνήσεων την ανακάτεψα λίγο, αλλά δεν έχει σημασία η σειρά. Ούτως η άλλως όλα μέσα μου είναι ανακατεμένα με μια γλυκιά γεύση, όπως τρώγαμε ένα γλυκό του κουταλιού, από καρύδι ή σύκο, που μας κερνούσαν στις επισκέψεις. Η πολύχρονη πορεία μου στα ελληνικά βουνά και στα βουνά του κόσμου είναι προέκταση αυτής της πατρικής προσφοράς. Ακόμα και η τελευταία επιθυμία του πατέρα μας, να ''ξαναγυρίσει" στο χωριό και στη συνοικία που γεννήθηκε για πάντα, μου δίνει τη χαρά, να γυρίζω ξανά στο μέρος που περάσαμε μερικά από τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας. Αυτό για να τον τιμώ, εκεί σ'αυτό το εκκλησάκι της Παναγίτσας στους Βασιλαίους, όπως του πρέπει και όπως θα ήθελε, έτσι ταπεινά με ένα κεράκι και ένα αγριολούλουδο της γης του. Σήμερα βρίσκονται εκεί, μαζί με τη μητέρα μας, σύμφωνα με την επιθυμία τους.
Ξανάσμιξαν όπως ήταν αγαπημένοι σε όλη τους τη ζωή.





.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.