Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ...

ΤΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ...
______________________________________________________________
1954. Κηφισιά 

Η εποχή που γεννηθήκαμε, 25 Σεπτέμβρη 1948 εγώ και 27 Ιουλίου 1950, που γεννήθηκε ο Γιώργος, ήταν αποκορύφωμα τραγικών χρόνων, τέσσερα περίπου χρόνια από τη λήξη του πολέμου. Στα βουνά εξελίσσονταν ακόμη μάχες του εμφυλίου πολέμου.

Η Ελλάδα προσπαθεί να συνέλθει από τη λαίλαπα. Αλλά δε προλαβαίνει να σηκώσει κεφάλι και έρχεται ο εμφύλιος, 1947, 1948, 1949... 
Απόηχος εκρηκτικής διαμάχης των Ελλήνων , κατευθυνόμενης από κρατικές και ιδεολογικές παγκόσμιες ή μη διεργασίες. Ο Γράμμος και πολλά βουνά και ορεινά χωρία στενάζουν, ματώνουν χωρίς καμία προοπτική. 

Ο κόσμος φεύγει στο εξωτερικό ή ξεριζώνεται. Βίαιες καταστάσεις, πολύ δυστυχία και απογοήτευση κυκλώνει τα όμορφα και ιστορικά χωριά μας. Παιδιά χάνονται, έφηβοι παίρνουν τα βουνά και χάνονται οριστικά από τη ζωή, ακολουθώντας με τη θέληση τους η βίαια τους αντάρτες του "δημοκρατικού (!) στρατού" που ρήμαξαν στο όνομα της δημοκρατίας την άμοιρη Ελλάδα που προσπαθούσε να σηκώσει κεφάλι και να προχωρήσει μπροστά όπως άλλοι λαοί της Ευρώπης. Πίσω τους ακολουθεί άλλη βία, με κρατικό η παρακρατικό μανδύα, που πολλές φορές κάνουν χειρότερα από τους άλλους, αν και αδέλφια εξ' αίματος, συγγενείς, παιδικοί φίλοι, γείτονες. 

Στην μεταπολεμική Ελλάδα κυριαρχούν χίτες, δωσίλογοι συνεργάτες των Γερμανών, κουκουέδες, μαυραγορίτες και ότι άλλο κακό ακραίο συναπάντημα είχε ξεβράσει από τη κατοχή αυτός ο κατά τα άλλα, ευλογημένος από το Θεό τόπος. Κάποια κατάρα είχε πέσει πάνω στον άμοιρο ελληνικό λαό, σαν ένα είδος κακού χρησμού, που δεν μπόρεσε να σταθεί στα πόδια του για πολλά χρόνια, τα παιδικά μας χρόνια. 

Όλοι αυτοί έριξαν τη πατρίδα μας πολλές δεκαετίες πίσω με μια κλωτσιά. Έτσι απλά χωρίς τύψεις, παρά μόνο από τυφλό προσωπικό και κομματικό μίσος. Δε μιλάμε για ιδεολογίες και τέτοιες ανοησίες, γιατί απλά δεν υπήρχε τίποτα απ' αυτά. Τις χρησιμοποιούσαν μόνο για επίφαση και εκμετάλλευση κάθε μορφής, άπαντες χωρίς εξαιρέσεις. Μια τυφλή κατάσταση χωρίς χρονικό βάθος. Ένα βάθος απύθμενο τουλάχιστον για τα επόμενα 20 πολύ δύσκολα χρόνια. 


Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ...
Τα μεταπολεμικά χρόνια της δεκαετίας 1950, άγγιξαν τα πρώτα χρόνια της γενιάς μας σαν απόηχος, σαν ρεύμα που το αισθανθήκαμε.  
Εμείς τα μικρά παιδιά του τέλους της δεκαετίας του ΄40 και της δεκαετίας του 1950, ''τα παιδιά του εμφυλίου'', της αλάνας, των χωμάτινων γηπέδων, του χωματόδρομου, του ποδήλατου, της πραγματικής γειτονιάς, του διπλανού οικόπεδου, της μπάλας, της ''φλωρέτας'' - το μηχανάκι σύμβολο των εφηβικών μας χρόνων-, της θρυλικής βέσπας, της ελληνικής αυλής και τόσων άλλων ασήμαντων - σημαντικών καθημερινών μας βιωμάτων.

Μετά από χρόνια έμαθα και διάβασα για τα τραγική εκείνη περίοδο. Δύσκολα χρόνια για την οικογένεια, την επιβίωση, τις σχέσεις των ανθρώπων που σημάδευαν η οικογενειακή τους προέλευση και οι πολιτικές τους στάμπες - για τέτοιες μιλάμε- και κύρια για τις έννοιες ''εθνικόφρονας'' και ''κομμουνιστής''. 

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ...

Θυμάμαι στη γειτονιά μας, ένα γείτονα, τον ''κομμουνιστή'' τον πατέρα μιας παιδικής μου φίλης, στη γωνία δίπλα στο πατρικό μας. Ήταν κάτι σαν μπαμπούλας της παιδικής μας φαντασίας, χωρίς να ξέρει κανείς το γιατί. Ένας ήσυχος και αθόρυβος άνθρωπος, κατά τα άλλα. 
Πιο κάτω έναν ''εθνικόφρονα'', που κανείς δεν γνώριζε πως απέκτησε αυτό τον τιμητικό τίτλο. Πάντως ήταν κάτοικος νεοκλασικού σπιτιού και μιας ιδιοκτήτης μιας μαύρης CITROEN, αυτές τις προπολεμικές με τα μεγάλα φτερά. Στη άλλη γωνία, Ιππόλυτου και Νάξου, σε μια υπέροχη απλή μονοκατοικία με τον κήπο της, η κυρία Μερόπη με τον άντρα της που έχασαν το παιδί τους στο πόλεμο του 1940, μόνοι με το πόνο τους και αθόρυβοι κλεισμένοι σε μια αξιοπρεπή ησυχία. Μιας γειτονιάς με χωματόδρομους που μύριζαν όμορφα με τα πρωτοβρόχια, με μυρωδιές από τους κήπους, με τους ήχους των παιδικών μας ομάδων, και τη φωνή του κυρ Λεωνίδα με το γαϊδουράκι και τα ψάθινα κοφίνια που πούλαγε αυγά.

Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο της γειτονιάς μας, όπως οι περισσότερες γειτονιές της τότε Αθήνας, θα την περιγράψω πιο κάτω όπως της αξίζει. Μιας όμορφης πόλης, που διέλυσαν, εκχέρσωσαν, ρήμαξαν, ''ξεπάτωσαν'', ένας εσμός ευγενών μεταπολεμικών συμμοριών, αποτελούμενες από πολιτικούς, μηχανικούς και εργολάβους - όχι κηδειών- και παρατρεχάμενων ποντικών με γραβάτα. 
Ήταν και είναι το έμβλημα της κουστουμαρισμένης υποκρισίας και κουτοβλάχικης απάτης, διανθισμένο με μπριγιαντίνη στα μαλλιά, άλλο εύσημο του προπολεμικού γκάγκστερ. Συγνώμη ξέχασα και το μαντιλάκι στο τσεπάκι, συνδυασμένο με παπούτσι λουστρίνι από του ''ΠΕΤΡΙΔΗ'' στη Πανεπιστημίου, μαγαζιού που στόλιζε όλο αυτό τον ανάκατο συρφετό των πρώην ταγματασφαλιτών, εθνικοφρόνων και ανανηψάντων κομμουνιστών - όλων μαζί σε αγαστή συνεργασία. 

Αυτοί οι κύριοι έστειλαν χιλιάδες Έλληνες στη ξενιτιά. Ότι καλύτερο είχε η Ελλάδα μας. Δεν έκαναν τίποτα να τους κρατήσουν και να προσφέρουν σ' αυτό το τόπο, αλλά τους ξαπόστειλαν να φτιάξουν άλλες χώρες και στις πλάτες τους να μεγαλουργήσουν οι άλλοι λαοί. 

ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ 1950-1960... Αυτοί οι κύριοι, δεν άφησαν τίποτε όμορφο όρθιο σ' αυτή τη πόλη, την ''όμορφη πόλη'' του Χατζηδάκη. Δεν αναφέρομαι στις κυρίες της εποχής, τις μάνες μας που πάνω στην αξιοπρέπεια τους, στηρίχτηκαν όλες οι οιοκογένειες και η Ελλάδα ολόκληρη.

Το κατάφεραν αυτοί οι κύριοι σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη που έχτισε πάνω στα ερείπια ξανά τις υπέροχες πόλεις της. Το έργο τους συνεχίζεται δυστυχώς μέχρι σήμερα από τους ένδοξους απογόνους των παραπάνω, με νέα μορφή και ελληνικού τύπου πατριωτισμό. Φυσικά με ''μπροστάρηδες'', σύμφωνα με τη λαϊκίστικη σημερινή φρασεολογία, μερικούς Έλληνες πολιτικούς όλων των κομμάτων, μοναδικό είδος παγκοσμίως.

Το μόνο που άλλαξε είναι η εμφάνιση όλων αυτών, δηλαδή λεπτεπίλεπτη κουστουμιά τάδε μάρκας και η PORCHE με τη γκόμενα και τους σχετικούς μπράβους, οι οποίοι ενίοτε παίζουν διακοσμητικό ρόλο τύπου γλάστρας, μόνο για να ''πουλάνε μούρη'' κατά τη σύγχρονη πραγματικότητα.  
Φυσικά απαραίτητο συμπλήρωμα σε όλα αυτά, η βίλα, η σχετική σκοπιά και μια τουλάχιστον off shore εταιρεία στα νησιά Galapagos για να μην θεωρείσαι βλάκας και χάσεις μια θέση στο πάνθεον των κατασκευασμένων επώνυμων οσφυοκαμπτών ηρώων της Μυκόνου. Του παγκοσμιοποιημένου εθνικού νησιού που απεικονίζει όλη τη σάπια ελληνική κοινωνική πραγματικότητα.

Η μικρή, λοιπόν, γραφική Αθήνα των παιδικών μας χρόνων έγινε πλέον η χειρότερη πόλη της Ευρώπης, κι' αυτό μέσα σε μια περίπου εικοσαετία και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σ' αυτή τη περίοδο οι αλλαγές ήταν βίαιες, απότομες. Ας μη καταπιαστούμε με τις λεπτομέρειες γιατί η μελαγχολία επέρχεται σαν αποτέλεσμα και μάλιστα οδυνηρό για όλους της γενιάς μας. Εξαιρούνται φυσικά όλοι αυτοί που ''ανέβηκαν'', πλούτισαν και έγιναν πολιτικοί και κάθε λογής μεγαλοσχήμονες και εννοούμε πάντα μετά το Πολυτεχνείο και τις σχετικές επώνυμες περγαμηνές. Γιατί υπάρχουν και οι ανώνυμες αντιστασιακές περγαμηνές του λαουτζίκου, που απέκτησαν κάποιοι που φυσικά έμειναν στα αζήτητα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτοί άντε να γίνανε το πολύ δημόσιοι υπάλληλοι. Ξαναδιαβάζοντας τα παραπάνω, διακρίνω μια ρεαλιστική σκληρότητα σ' αυτά που γράφω. Αλλά απεικονίζω το περίγραμμα της εποχής εκείνης, πολύ ευγενικά συγκρινόμενο με την αληθινή και όχι με την επιφανειακή πραγματικότητα. Όλα αυτά τα χρόνια σημάδεψαν τη ψυχή μας και μας ακολούθησαν σ' όλη μας τη ζωή. Άλλοτε θετικά κι' άλλοτε αρνητικά. 

Θυμάμαι κάποιους απίθανους υπερσυντηρητικούς δασκάλους μας, καλυμμένους - σαν πανοπλία - με το τριμμένο κοστουμάκι, ραμμένο προπολεμικά, με το χάρακα στο χέρι, όργανο βασανισμού των μαθητών. 

Αυτοί οι συγκεκριμένοι κύριοι άφησαν ανεξίτηλες πληγές φόβου και ψυχολογικής πίεσης, στη γενιά μου και στα χέρια της. Βασάνισαν ψυχολογικά πολύ κόσμο κι' ας γελάμε σήμερα με τα καμώματά τους. Ανήκαν σε μια γενιά προπολεμική, έζησαν το πόλεμο και τον εμφύλιο και λες και βάλθηκαν να εκδικηθούν τα παιδιά της γενιάς μου για όσα κακά τους επιφύλαξε η δική τους μοίρα. Κάποιοι λένε ότι μας σωφρόνισαν και μας ''έκαναν ανθρώπους''. 

Υπήρχαν όμως και δάσκαλοι που μας άφησαν τις καλύτερες αναμνήσεις. Κι' όμως δεν χρειάστηκε τίποτα απ' αυτά, γιατί η φτώχεια της εποχής, η μιζέρια, η ανέχεια ήταν μερικά χαρακτηριστικά της τότε κοινωνίας, πλέον της αυστηρής συντηρητικότητας από την οικογένεια, που μας άφησε όμως θετικά αποτελέσματα.


ΤΑ ΕΦΗΒΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ...

Τα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια είχαν και την ωραία τους πλευρά, τις όμορφες αναμνήσεις.
Η νεολαία της εποχής έβρισκε συναισθηματική διέξοδο στα πάρτι, πάντα με τη συνοδεία της αδελφής η της εξαδέλφης η του αδελφού. Κι' όμως αυτά τα υπέροχα πάρτυ στα σπίτια των ανωτέρω, μας άφησαν τις ωραιότερες αναμνήσεις των εφηβικών μας χρόνων. Με το βερμούτ και τα μεζεδάκια των μαμάδων, και το κατά περίσταση υπόφως που έλαμπε και πάλι με την ευγενική τυχαία επέλαση του πατέρα. 

Τα δισκάκια βυνιλίου των 45 στροφών, άλλαζαν χέρια και σπίτια μέχρι να καταλήξουν στο επόμενο πάρτι, προγραμματισμένα επιμελώς για τη δημιουργία ατμόσφαιρας και οπωσδήποτε χαμηλού φωτισμού. Οι χαμηλοβλεπούσες με τα μίνι και οι ψευτομπλαζέ τύποι-μαγκάκια με τα φουλάρια, όλοι εμείς δηλαδή, το παντελόνι καμπάνα και το κοκοράκι σε στυλ James Deen, θαμώνες όλων αυτών των πάρτι, προγραμμάτιζαν την εμφάνισή τους μέρες πριν. 
Η προώθηση σημειωμάτων με τηλέφωνα και σχετικά στοιχεία ήταν μεγάλη επιτυχία σ' ένα πάρτι. Ήταν το θέμα συζήτησης στα διαλείμματα του σχολείου. 

Πρότυπα μας οι Beetles, οι Rolling Stones, Paul Anka και πολλοί άλλοι, ανάμεσά τους και οι Έλληνες Olympians, οι Aphrodites' child και άλλοι. Έξω απ' τα πάρτυ η διασκέδαση περιοριζόταν σε συναντήσεις στα ποδοσφαιράκια, τα φλιμπεράκια (μηχανάκια εκτόξευσης μπίλιας προς ένα στόχο) και τα μπιλιάρδα, ως θεατές φυσικά, λόγω οικονομικής στέρησης, στα σπίτια φίλων για μουσική και για ακρόαση των θρυλικών ερασιτεχνικών ραδιοφωνικών σταθμών. Κάποια χρόνια, διατέλεσα συνιδιοκτήτης με έναν παιδικό φίλο, ενός τέτοιου σταθμού, συνοικιακής εμβέλειας και ροκ μουσικής κατεύθυνσης. Είχαμε και ραδιοφωνικές αφιερώσεις !!  


Εδώ θα ήταν μεγάλη παράληψη η μη αναφορά των ''μοτοσακό'' τύπου ΦΛΟΡΕΤΤΑΣ. Το απόλυτο μηχανάκι θρύλος και η μοναδική μάρκα, το παπάκι της γενιάς μας. Αν καβάλαγες τέτοιο μηχανάκι ήσουν το αντράκι, με πιθανότητες, απόκτησης εικονικής γκόμενας (απαγορευόταν η πραγματική) και δημιουργίας μιας ανοδικής αύρας γύρω σου. Ήσουν κάποιος μέσα στο μικρογειτονικό και σχολικό σου περιβάλλον. Όλα τα παραπάνω είναι ένα συνολικό συναισθηματικό ρεύμα σκέψεων που περιτριγυρίζει το μυαλό κατά διαστήματα και σε πάει πίσω θες δε θες. Προσπαθείς να πας μπροστά αλλά κάτι σε σπρώχνει πίσω και κάνεις απολογισμό. 

Μ' αυτό το γραπτό προσπαθώ να καταγράψω ότι μπορεί να εκφράσει κανείς για τα περιστατικά μιας ζωής, όχι προς θεού με συγγραφικό επαγγελματισμό, αλλά με ερασιτεχνική προσωπική διάθεση. Τίποτε περισσότερο από μια παρορμητική διάθεση καταγραφής αναμνήσεων, έτσι για να λέω ότι άφησα πίσω μου κάτι.


ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ...


Μια αόρατη επιθυμία μ' έσπρωξε πολύ πίσω, να ψάξω τις ρίζες μας.
Νομίζω ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη θέλει να μάθει για τους προγόνους του και τη προέλευσή του, ''από που κρατάει η σκούφια του'' κατά τους παλιούς. Χωρίς τη γνώση αυτή νομίζεις ότι αιωρείσαι στο κενό. 

Είναι και η επιθυμία, έντονη με τα χρόνια, ν' αφήσεις και κάτι στους νεότερους, να μάθουν γεγονότα, να φανταστούν εικόνες μιας άλλης εποχής, μπορεί όμορφης, ίσως σκληρής ή και ιστορικής. Πάντως σου μένει κάτι ωραίο, ρομαντικό, πραγματικό, ιστορικό,όλα αυτά μαζί. 
Παράλληλα προσπάθησα να σώσω αρκετές φωτογραφίες από τους συγγενείς τον πατέρα μου, τη μητέρα μου και κατάφερα να μη πάνε στα σκουπίδια. 

Σας παρουσιάζω λοιπόν ένα οδοιπορικό στις παλιές ιστορίες, για να μείνει κάτι έτσι σαν ανάμνηση. Τρείς γενιές, τρεις οικογένειες, δεμένες απόλυτα με τη ζωή μας.
Ιστορία τριών γενιών αφιερωμένες στους αγαπημένους μας γονείς και όλους τους αγαπημένους συγγενείς μας.


ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΙΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟ ΕΠΑΝΩ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ