ΣΠΕΤΣΕΣ


Σπέτσες. Δεκαετία 1950. 

Η δεκαετία των παιδικών χρόνων που περνάει και αφήνει σε όλους μας,τις πιο ισχυρές αναμνήσεις. Τα καλοκαίρια 1954-1957 ο πατέρας μας, με χίλιες δυό στερήσεις, μας έστελνε με τη μητέρα μας στις Σπέτσες για να κάνουμε μπάνια, γιατί "κάνουν καλό", όπως έλεγε ο θρυλικός παιδίατρος Κόρκας, παιδίατρος όλων των παιδιών της Αθήνας.

Το ταξίδι αυτό συνοδευόμενο από ισχυρά ευτυχισμένα συναισθήματα, ξεκινούσε από τον χωματόδρομο της οδού Νάξου 74, στην περιοχή της Πλατείας Κολιάτσου και με “τραγούδια και χαρές” έφθανε στον Πειραιά, στον προβλήτα που έδενε η θρυλική “ΝΕΡΑΪΔΑ”. Το πλοίο που σημάδεψε την περίοδο 1950- 60 και μετέφερε κόσμο και κοσμάκη στα νησιά του Αργοσαρωνικού. 



Η “Νεράϊδα” περνούσε από την Αίγινα, Πόρο, Ύδρα και άφηνε πίσω της ασπρόμαυρες εικόνες που τις βλέπουμε σήμερα στις ελληνικές ταινίες της εποχής και μεταφερόμαστε στα λιμανάκια με τα τρεχαντήρια και τα πέτρινα σπίτια με τα κεραμίδια. Οι εικόνες αυτές παραμένουν σήμερα σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητα, σ'αυτά τα νησιά. 

1956. Στη Νεράϊδα 
1956. Στην Νεράϊδα με την γιαγιά μας. 
Η άφιξη στις Σπέτσες ήταν ανάσταση παιδικής ψυχής, που ανυπομονούσε να τρέξει να ''πετάξει'' στα στενάκια του νησιού. Προβλήτα δεν υπήρχε τότε και η αποβίβαση γινόταν με βάρκες. Βάρκες που λικνίζονταν δίπλα στη πλαϊνή σκάλα του πλοίου, με πιθανότητα να πέσεις μέσα στη θάλασσα. Η Ντάπια, το λιμάνι του νησιού μας υποδεχόταν γεμάτο γαϊδουράκια και χειροκίνητα καρότσια για μεταφορές πραγμάτων. Εικόνα ασπρόμαυρης ελληνικής ταινίας.




































Μυρωδιές τηγανητών ψαριών αιωρούντο στην ατμόσφαιρα, προερχόμενες από τις λαϊκές τότε ταβερνούλες του λιμανιού της Ντάπιας. Εκεί τρώγαμε ψάρι φρέσκο και μουσακά που οι μυρωδιές τους ακόμη και σήμερα αιωρούνται γύρω μας. 

Το δρομάκι προς το αρχοντικό Μπόταση που μέναμε, ήταν γεμάτο πεύκα με το χαρακτηριστικό εκείνο άρωμα που έχουν αυτά τα δέντρα στα νησιά. 
Πάντως το αρχοντικό, μη νομίσετε ότι ήταν αρχοντικό με σημερινά δεδομένα. Έμεναν μαζί μας οι ιδιοκτήτες, που δεν είχαν καμία σχέση με τους άρχοντες προγόνους τους. Μέσα στο σπίτι υπήρχε η εσωτερική υπόγεια στέρνα βρόχινου νερού του σπιτιού, με στόμιο σαν πηγάδι για άντληση του νερού με σκοινί και τενεκεδένιο κουβά. Μου έκανε εντύπωση το χέλι που είχε η στέρνα για “να τρώει τα μικρόβια” όπως έλεγαν. Ποτέ δεν το είδαμε μέσα από το στόμιο και φάνταζε σαν εξωτικό τέρας στην παιδική μας φαντασία.

Το σπίτι ήταν απέναντι από το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας και παίζαμε τα παιδιά απογόνους της ιστορικής οικογένειας.


1956 ΣΠΕΤΣΕΣ.  ΜΑΙΡΗ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ -ΤΑΚΗΣ ΖΩΤΟΣ


1956. Μπροστά στο σπίτι της Μπουμπουλίνας. Από δεξιά, Τάκης Ζώτος, Μαίρη Παπαμιχαλοπούλου και Γιώργος Ζώτος.
Την εποχή της θρυλικής ''Νεράϊδας'' και της αποβίβασης στη Ντάπια με λικνιζόμενες βάρκες. Έξω στην αλάνα, στα χώματα μαζί με τις περιφερόμενες κότες.

1956 ΣΠΕΤΣΕΣ ΜΑΙΡΗ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΤΟΣ 

1956. Στην απέναντι
από τις Σπέτσες παραλία ΚΟΣΤΑ.
Η γειτονιά αυτή, σήμερα μετά βίας αναγνωρίζεται. Τα χρόνια των Σπετσών μετουσιώθηκαν σε μνήμες, παιδικές ομορφιές, μυρωδιές της θάλασσας, σχήματα των ξύλινων τρεχαντηριών, αρχοντικών, στα μπλέ χρώματα της ελληνικής ταβερνούλας και τόσες άλλες λεπτομέρειες που σε κατατρέχουν συνέχεια, όσο υπάρχεις. Η στροφή προς το παλιό λιμανάκι, έκρυβε πίσω της έναν μικρόκοσμο, με ένα καρνάγιο και βάρκες με τη μυρωδιά του ξύλου, της τριχιάς, της σκουριάς, της φρέσκιας μπογιάς και του πριονιδιού. Μικρόκοσμος που όσο περνούν τα χρόνια χάνεται από τα νησιά μας.    


Για τα μπάνια μας περνούσαμε με τρεχαντήρι απέναντι στην Κόστα, ένα μικρό ψαροχώρι της Ερμιονίδας. Εκεί κάναμε μπάνιο με τα εσώρουχα και τις φουσκωτές κουλούρες και μετά φαγητό με ψάρια φρέσκα στο τοπικό ταβερνάκι, ψαρεμένα από το ιδιόκτητο καϊκι του ταβερνιάρη. Το ψάρι τότε ήταν λαϊκής κατανάλωσης. Μετά ''αναβαθμίστηκε'' και έγινε πολυτελείας, δείγμα κοινωνικής επιφάνειας. Ταβερνάκι με ψάθινες καρέκλες και ξύλινα αυτοσχέδια κινούμενα, όπως το κύμα, τραπεζάκια.  




Σπέτσες, άλλο ένα κομμάτι της παιδικής ανέμελης εποχής. 
Έχει μείνει και μια άλλη μια έντονη ανάμνηση. Ο κινηματογράφος ''Τιτάνια'', που φάνταζε σαν κάτι το ονειρεμένο. Υπάρχει ακόμη και σήμερα. Περνούσες απ'έξω και από τις ανοικτές πόρτες του, περικυκλωμένες από κρεμμαστά γιασεμιά,  άκουγες στα διαλείμματα τα τραγούδια του Γούναρη και όταν έπαιζε τους ήχους από τις ταινίες.














Ο περίπατος στον δρόμο του λιμανιού ήταν γεμάτος εικόνες με γαϊδουράκια φορτωμένα με ψάθινα καλάθια γεμάτα φρούτα και λαχανικά από τα σπετσιώτικα περιβόλια, άμαξες, καροτσάκια, κυρίες και κύριοι ''καθωσπρέπει'' που προσπαθούσαν να ξεχάσουν την πολεμική δεκαετία του 40'. 
Τα σπετιώτικα καλοκαίρια μας, ανήκουν πλέον στα όνειρα. Γιατί ήταν πράγματι ονειρεμένα και έπαιξαν ένα μικρό ρόλο στην επερχόμενη διαμόρφωση του παιδικού χαρακτήρα μας. 
Ο πατέρας μας έμενε πίσω στην Αθήνα πνιγμένος όπως πάντα στις υποχρεώσεις, χωρίς σχεδόν διακοπές, εκτός από λίγες μέρες διάλειμμα. Ανεκτίμητες οι προσφορές του που μόνο αν μεγαλώσεις τις εκτιμάς αναδρομικά.

Η αναχώρηση μας και πάλι με τη ''Νεράϊδα'' ισοφάριζε  τη στενοχώρια γιατί την επιστροφή στην Αθήνα ακολουθούσε η αναχώρηση για το χωριό μας, τη Δίβρη. Μια ανισοβαρής σχέση μεταξύ θάλασσας και βουνού, με επικρατέστερο το βουνό. Και εγώ και ο Γιώργος το περιμέναμε με μεγαλύτερη λαχτάρα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.